Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effing
01
καταραμένος, αναθεματισμένος
used as a softened substitute for "fucking" to add emphasis or express irritation
euphemistic
informal
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She slammed the door and muttered effing nonsense.
Έκλεισε απότομα την πόρτα και μουρμούρισε καταραμένα ανοησίες.
Λεξικό Δέντρο
effing
eff



























