effing
Pronunciation
/ˈɛfɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "effing"στα αγγλικά

01

καταραμένος, αναθεματισμένος

used as a softened substitute for "fucking" to add emphasis or express irritation
euphemistic
informal
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She slammed the door and muttered effing nonsense.
Έκλεισε απότομα την πόρτα και μουρμούρισε καταραμένα ανοησίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store