shitload
shit
ˈʃɪt
σιτ
load
ləʊd
λεουντ
shiploadshithead

Ορισμός και σημασία του "shitload"στα αγγλικά

01

σωρός, τεράστια ποσότητα

a very large amount or number of something 
shitload definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shitloads
Παραδείγματα
I have a shitload of emails to answer. 

Έχω ένα σωρό email να απαντήσω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shitload

shit

+

load

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store