shithole
shit
ˈʃɪt
shit
hole
ˌhoʊl
howl
/ʃˈɪthəʊl/

Ορισμός και σημασία του "shithole"στα αγγλικά

01

σκουπιδότοπος, βρόμικο μέρος

an extremely dirty or unpleasant place
shithole definition and meaning
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitholes
Παραδείγματα
Everyone complained about the shithole neighborhood.
Όλοι παραπονέθηκαν για τη βρόμικη γειτονιά.

Λεξικό Δέντρο

shithole

shit

+

hole

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store