twattock
twa
ˈtwɑ:
tvaa
ttock
tək
tēk
/twˈɒtək/

Ορισμός και σημασία του "twattock"στα αγγλικά

01

ανόητος, εξευτελιστικός

a foolish or contemptible person
twattock definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twattocks
Παραδείγματα
Everyone ignored the twattock ranting in the corner.
Όλοι αγνόησαν τον ηλίθιο που φώναζε στη γωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store