shitweasel
shit
ˈʃɪt
shit
wea
wi:
vi
sel
zəl
zēl

Ορισμός και σημασία του "shitweasel"στα αγγλικά

01

αχρείος, προδότης

a person regarded as sleazy, contemptible, or untrustworthy 
shitweasel definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitweasels
Παραδείγματα
That shitweasel lied about everything. 

Αυτός ο αχρείος είπε ψέματα για τα πάντα.

Λεξικό Δέντρο

shitweasel

shit

+

weasel

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store