lurdane
lur
ˈlɜ:
dane
deɪn
dein
ladenlodineleadenleiden

Ορισμός και σημασία του "lurdane"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, οκνηρός

a dull, lazy, or stupid person 
lurdane definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lurdanes
Παραδείγματα
The old tale described the lazy servant as a lurdane. 

Το παλιό παραμύθι περιέγραφε τον τεμπέλη υπηρέτη ως lurdane.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store