lungi
lun
ˈlʊn
loon
gi
gi
gi
lungyi

Ορισμός και σημασία του "lungi"στα αγγλικά

01

λούνγκι, σαρόνγκ

a type of garment worn by men in South Asia that is wrapped around the waist and legs like a skirt 
lungi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lungis
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store