Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coincidental
01
τυχαίος, συμπτωματικός
happening by chance at the same time or in a way that appears connected but is not planned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coincidental
συγκριτικός βαθμός
more coincidental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting's coincidental timing with the announcement made everyone suspicious.
Ο τυχαίος συγχρονισμός της συνάντησης με την ανακοίνωση έκανε όλους να υποψιάζονται.
02
τυχαίος, συμπτωματικός
happening unexpectedly and without deliberate planning or foresight
Παραδείγματα
It was purely coincidental that I ran into my old friend from high school while on vacation in another country.
Ήταν καθαρά τυχαίο που συνάντησα τον παλιό μου φίλο από το λύκειο ενώ ήμουν σε διακοπές σε άλλη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
coincidental
incidental
incident



























