fatass
fat
ˈfæt
φαιτ
ass
ɑ:s
ασ
ferrous
fat-ass

Ορισμός και σημασία του "fatass"στα αγγλικά

01

χοντρός, παχύς

an excessively overweight person 
Dialectamerican flagAmerican
fatass definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fatasses
Παραδείγματα
The fatass hogged the entire armrest on the flight and wouldn't budge. 

Ο χοντρός κατέλαβε ολόκληρο το βραχιόνιο στη πτήση και δεν κινούνταν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store