shroom
shroom
ʃru:m
shroom

Ορισμός και σημασία του "shroom"στα αγγλικά

01

παραισθησιογόνο μανιτάρι, μαγικό μανιτάρι

a psychedelic mushroom containing psilocybin, used for hallucinogenic effects 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shrooms
Παραδείγματα
He ate a shroom before the music festival. 

Έφαγε ένα παραισθησιογόνο μανιτάρι πριν από το μουσικό φεστιβάλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store