Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shrive
01
χορηγώ την άφεση μιας αμαρτίας σε, απαλλάσσω από αμαρτία
grant remission of a sin to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrive
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrives
ενεστώτα μετοχή
shriving
απλός αόριστος
shrove
παθητική μετοχή
shriven



























