to shrivel
shri
ˈʃrɪ
shri
vel
vəl
vēl
uncivilsnivelswiveldrivel

Ορισμός και σημασία του "shrivel"στα αγγλικά

to shrivel
01

συρρικνώνομαι, μαραίνομαι

to shrink in size 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrivels
ενεστώτα μετοχή
shrivelling
απλός αόριστος
shrivelled
παθητική μετοχή
shrivelled
Παραδείγματα
The balloon shrivelled slowly as the air leaked out. 

Το μπαλόνι ζαρώσει αργά καθώς ο αέρας διέρρεε.

02

ζαρώνω, μαραίνομαι

to dry up and wither, usually from losing water or vitality 
Intransitive
Παραδείγματα
The flowers shrivelled in the vase after a week without water. 

Τα λουλούδια μαράθηκαν στο βάζο μετά από μια εβδομάδα χωρίς νερό.

Λεξικό Δέντρο

shriveled
shrivelled
shrivel
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store