Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shrivel
01
συρρικνώνομαι, μαραίνομαι
to shrink in size
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrivels
ενεστώτα μετοχή
shrivelling
απλός αόριστος
shrivelled
παθητική μετοχή
shrivelled
Παραδείγματα
The balloon shrivelled slowly as the air leaked out.
Το μπαλόνι ζαρώσει αργά καθώς ο αέρας διέρρεε.
02
ζαρώνω, μαραίνομαι
to dry up and wither, usually from losing water or vitality
Intransitive
Παραδείγματα
The flowers shrivelled in the vase after a week without water.
Τα λουλούδια μαράθηκαν στο βάζο μετά από μια εβδομάδα χωρίς νερό.
Λεξικό Δέντρο
shriveled
shrivelled
shrivel



























