to shrivel
Pronunciation
/ˈʃɹɪvəɫ/

Ορισμός και σημασία του "shrivel"στα αγγλικά

to shrivel
01

συρρικνώνομαι, μαραίνομαι

to shrink in size
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrivel
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrivels
ενεστώτα μετοχή
shrivelling
απλός αόριστος
shrivelled
παθητική μετοχή
shrivelled
Παραδείγματα
His muscles shrivelled from years of inactivity.
Οι μύες του μαράθηκαν από χρόνια αδράνειας.
02

ζαρώνω, μαραίνομαι

to dry up and wither, usually from losing water or vitality
Intransitive
Παραδείγματα
The plant shrivelled in the frost.
Το φυτό μαράθηκε από το παγωνι.

Λεξικό Δέντρο

shriveled
shrivelled
shrivel
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store