Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shrivel
01
συρρικνώνομαι, μαραίνομαι
to shrink in size
Intransitive
Παραδείγματα
His muscles shrivelled from years of inactivity.
Οι μύες του μαράθηκαν από χρόνια αδράνειας.
02
ζαρώνω, μαραίνομαι
to dry up and wither, usually from losing water or vitality
Intransitive
Παραδείγματα
The plant shrivelled in the frost.
Το φυτό μαράθηκε από το παγωνι.
Λεξικό Δέντρο
shriveled
shrivelled
shrivel



























