Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrines
Παραδείγματα
Pilgrims from around the world visit the shrine to pay their respects and seek blessings.
Προσκυνητές από όλο τον κόσμο επισκέπτονται το ιερό για να αποδώσουν τα σέβη τους και να ζητήσουν ευλογίες.
to shrine
01
τοποθετώ σε ιερό, αγιάζω
to enclose or place something in a shrine, often for veneration or protection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrine
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrines
ενεστώτα μετοχή
shrining
απλός αόριστος
shrined
παθητική μετοχή
shrined
Παραδείγματα
They decided to shrine the sacred relic in a beautiful wooden box.
Αποφάσισαν να τοποθετήσουν σε ιερό το ιερό λείψανο σε ένα όμορφο ξύλινο κουτί.



























