Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrines
Παραδείγματα
The shrine attracts thousands of devotees during religious festivals and special occasions.
Ο ναός προσελκύει χιλιάδες πιστούς κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών και ειδικών περιστάσεων.
to shrine
01
τοποθετώ σε ιερό, αγιάζω
to enclose or place something in a shrine, often for veneration or protection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrine
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrines
ενεστώτα μετοχή
shrining
απλός αόριστος
shrined
παθητική μετοχή
shrined
Παραδείγματα
The community shrined the statue in a newly built chapel.
Η κοινότητα τοποθέτησε το άγαλμα σε μια νεόκτιστη εκκλησία.



























