Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shrubbery
01
θαμνώδης, περιοχή με θάμνους
an area, often in a garden, where a large number of shrubs are thickly planted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shrubberies
02
θαμνώνας, συλλογή θάμνων
a collection of shrubs growing together
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shrubbery
shrub



























