shroom
Pronunciation
/ʃɹˈuːm/

Ορισμός και σημασία του "shroom"στα αγγλικά

01

παραισθησιογόνο μανιτάρι, μαγικό μανιτάρι

a psychedelic mushroom containing psilocybin, used for hallucinogenic effects
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrooms
Παραδείγματα
Police found dried shrooms hidden in the backpack.
Η αστυνομία βρήκε αποξηραμένα μανιτάρια κρυμμένα στο σακίδιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store