Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smash the gas
01
πατώ γκάζι, επιταχύνω
to speed up or intensify effort on a task
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
the gas
βασικό ρήμα
smash
ενεστώτας
smash the gas
γ΄ ενικό πρόσωπο
smashes the gas
ενεστώτα μετοχή
smashing the gas
απλός αόριστος
smashed the gas
παθητική μετοχή
smashed the gas
Παραδείγματα
The company smashed the gas on marketing after the competitor launched their campaign.
Η εταιρεία πάτησε γκάζι στο μάρκετινγκ αφού ο ανταγωνιστής ξεκίνησε την καμπάνια του.



























