Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speedrun
01
κάνω speedrun, ολοκληρώνω γρήγορα
to complete a task, activity, or process as quickly as possible
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
speedrun
γ΄ ενικό πρόσωπο
speedruns
ενεστώτα μετοχή
speedrunning
απλός αόριστος
speedran
παθητική μετοχή
speedrun
Παραδείγματα
She speedran her homework so she could join her friends outside.
Speedrun τα μαθήματά της για να ενωθεί με τους φίλους της έξω.



























