Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speedrun
01
κάνω speedrun, ολοκληρώνω γρήγορα
to complete a task, activity, or process as quickly as possible
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
speedrun
γ΄ ενικό πρόσωπο
speedruns
ενεστώτα μετοχή
speedrunning
απλός αόριστος
speedran
παθητική μετοχή
speedrun
Παραδείγματα
He speedran cleaning his room so he could watch his favorite show.
Έκανε speedrun το καθάρισμα του δωματίου του για να μπορέσει να δει την αγαπημένη του εκπομπή.



























