promposal
prom
prɒm
prom
po
ˈpəʊ
pew
sal
zəl
zēl
proposal

Ορισμός και σημασία του "promposal"στα αγγλικά

01

πρόταση για τον χορό, δημιουργική πρόσκληση για το χορό

a creative or elaborate way of asking someone to prom 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
promposals
Παραδείγματα
He made a huge banner for his promposal. 

Έφτιαξε ένα τεράστιο πανό για το promposal του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store