Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to malefail
01
ανδρική αποτυχία, αποτυχία στην αρρενωπότητα
to be perceived as feminine while trying to present in a masculine gender role
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
malefail
γ΄ ενικό πρόσωπο
malefails
ενεστώτα μετοχή
malefailing
απλός αόριστος
malefailed
παθητική μετοχή
malefailed
Παραδείγματα
He accidentally malefailed by wearing a pastel shirt to the event.
Λεξικό Δέντρο
malefail
male
fail



























