Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to malefail
01
ανδρική αποτυχία, αποτυχία στην αρρενωπότητα
to be perceived as feminine while trying to present in a masculine gender role
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
malefail
γ΄ ενικό πρόσωπο
malefails
ενεστώτα μετοχή
malefailing
απλός αόριστος
malefailed
παθητική μετοχή
malefailed
Παραδείγματα
I have malefailed so many times trying to appear tough.
Έχω malefail τόσες φορές προσπαθώντας να φαίνομαι σκληρός.
Λεξικό Δέντρο
malefail
male
fail



























