weepily
wee
ˈwi:
ουη
pi
πι
ly
li
λι
/wˈiːpɪlɪ/

Ορισμός και σημασία του "weepily"στα αγγλικά

01

κλαψιάρικα, με κλαψιάρικο τρόπο

in a manner characterized by or suggestive of crying or weeping
Παραδείγματα
She sang the sad song weepily, touching the hearts of everyone in the room.
Τραγούδησε το θλιμμένο τραγούδι κλαψουρίζοντας, αγγίζοντας τις καρδιές όλων στο δωμάτιο.

Λεξικό Δέντρο

weepily
weepy
weep
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store