sedentism
se
ˈsɛ
se
den
dən
dēn
ti
ˌtɪ
ti
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "sedentism"στα αγγλικά

01

καθιστικός τρόπος ζωής, καθιστικότητα

the practice of living in one place for a long time rather than moving around 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sedentism began to spread with the rise of agriculture. 

Ο κατοικισμός άρχισε να εξαπλώνεται με την άνοδο της γεωργίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store