Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sedate
01
καθησυχάζω, ηρεμώ
to give a calming substance to a person or animal, often for medical reasons or to reduce anxiety
Transitive: to sedate a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sedate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sedates
ενεστώτα μετοχή
sedating
απλός αόριστος
sedated
παθητική μετοχή
sedated
Παραδείγματα
The calming music in the waiting room is designed to help sedate nervous patients.
Η ηρεμιστική μουσική στην αίθουσα αναμονής έχει σχεδιαστεί για να βοηθήσει να ηρεμήσει νευρικούς ασθενείς.
sedate
01
ήρεμος, συγκρατημένος
calm, quiet, and composed, often with a serious demeanor
Παραδείγματα
His sedate attitude towards the impending deadline surprised his usually anxious coworkers.
Η ήρεμη του στάση απέναντι στην επικείμενη προθεσμία εξέπληξε τους συνήθως αγχωτικούς συναδέλφους του.
02
μετρημένος, αξιοπρεπής
characterized by dignity and propriety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sedate
συγκριτικός βαθμός
more sedate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sedation
sedative
sedate
sed



























