sedentism
Pronunciation
/sˈɛdəntˌɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "sedentism"στα αγγλικά

01

καθιστικός τρόπος ζωής, καθιστικότητα

the practice of living in one place for a long time rather than moving around
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sedentism marked a major change in human society.
Ο κατοικισμός σημείωσε μια μεγάλη αλλαγή στην ανθρώπινη κοινωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store