Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sedentism
01
καθιστικός τρόπος ζωής, καθιστικότητα
the practice of living in one place for a long time rather than moving around
Παραδείγματα
Sedentism marked a major change in human society.
Ο κατοικισμός σημείωσε μια μεγάλη αλλαγή στην ανθρώπινη κοινωνία.



























