Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncontacted
01
απομονωμένος, χωρίς επαφή
having no communication or interaction with the outside world, especially with modern society
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncontacted
συγκριτικός βαθμός
more uncontacted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Helicopters spotted uncontacted villages from the air.
Ελικόπτερα avistaron χωριά απροσπέλαστα από τον αέρα.



























