upcycled
up
ˈʌp
ap
cy
saɪ
sai
cled
kəld
kēld
recycled

Ορισμός και σημασία του "upcycled"στα αγγλικά

01

ανακυκλωμένο δημιουργικά, ξαναχρησιμοποιημένο

used to describe clothing or material that has been reused or repurposed in a creative way to increase its value or quality. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
upcycleds
Παραδείγματα
She wore an upcycled denim jacket made from old jeans. 

Φορούσε ένα ανακυκλωμένο τζιν σακάκι φτιαγμένο από παλιά τζιν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store