Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upcycled
01
ανακυκλωμένο δημιουργικά, ξαναχρησιμοποιημένο
used to describe clothing or material that has been reused or repurposed in a creative way to increase its value or quality.
Παραδείγματα
His upcycled furniture adds character to the living room.
Τα ανακυκλωμένα έπιπλά του προσθέτουν χαρακτήρα στο σαλόνι.



























