Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Upcycled
01
ανακυκλωμένο δημιουργικά, ξαναχρησιμοποιημένο
used to describe clothing or material that has been reused or repurposed in a creative way to increase its value or quality.
Παραδείγματα
She wore an upcycled denim jacket made from old jeans.
Φορούσε ένα ανακυκλωμένο τζιν σακάκι φτιαγμένο από παλιά τζιν.
The designer's latest collection features entirely upcycled materials.
Η τελευταία συλλογή του σχεδιαστή διαθέτει εξ ολοκλήρου ανακυκλωμένα υλικά.



























