estimated
Pronunciation
/ˈɛstəˌmeɪtəd/, /ˈɛstəˌmeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "estimated"στα αγγλικά

01

εκτιμώμενος, προσεγγιστικός

roughly calculated or guessed but is not exact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most estimated
συγκριτικός βαθμός
more estimated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The building's estimated height is over 300 feet.
Το εκτιμώμενο ύψος του κτιρίου είναι πάνω από 300 πόδια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store