operated
Pronunciation
/ˈɑpɝˌeɪtəd/

Ορισμός και σημασία του "operated"στα αγγλικά

01

λειτουργεί με μπαταρία, τροφοδοτείται με μπαταρία

controlled or made to work by a particular method or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The foot-operated pump made it easy to inflate the tire.
Η αντλία που λειτουργεί με το πόδι έκανε εύκολη την φούσκωμα του ελαστικού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store