operated
o
ˈɒ
o
pe
pə
pē
ra
reɪ
rei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "operated"στα αγγλικά

01

λειτουργεί με μπαταρία, τροφοδοτείται με μπαταρία

controlled or made to work by a particular method or system 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
technology, function
Παραδείγματα
The battery-operated toy ran for hours. 

Το παιχνίδι με μπαταρία λειτούργησε για ώρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

operated
operate
oper
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store