aftertaste
Pronunciation
/ˈæf.tɚ.teɪst/

Ορισμός και σημασία του "aftertaste"στα αγγλικά

01

μεταγεύση

the lingering flavor that remains in the mouth after eating or drinking something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aftertastes
Παραδείγματα
The sweet and tangy fruit salad had a delightful aftertaste, making it a refreshing dessert option.
Η γλυκιά και ξινή φρουτοσαλάτα είχε μια ευχάριστη μεταγεύση, κάνοντάς την μια δροσιστική επιλογή επιδόρπιο.

Λεξικό Δέντρο

aftertaste

after

+

taste

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store