Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Afterword
01
επίλογος, μεταγράφημα
a part at the end of a book including some final words that may not be written by the author
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
afterwords
Παραδείγματα
The afterword offered insights from the editor about the book's impact.
Το επίμετρο προσέφερε γνώμες του εκδότη σχετικά με την επίδραση του βιβλίου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
afterword
after
word



























