aftershock
af
ˈɑ:f
aaf
ter
shock
ʃɒk
shok

Ορισμός και σημασία του "aftershock"στα αγγλικά

01

μετασεισμός, δευτερογενής δόνηση

a smaller earthquake or tremor that follows the main shock of a seismic event 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
aftershocks
Παραδείγματα
Following the major earthquake, a series of aftershocks rattled the region, causing further concern among residents. 

Μετά τον μεγάλο σεισμό, μια σειρά από μετασεισμούς δόνησαν την περιοχή, προκαλώντας περαιτέρω ανησυχία μεταξύ των κατοίκων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store