closer
closer
'kləʊzə
klewzē
clover

Ορισμός και σημασία του "closer"στα αγγλικά

01

πιο κοντά

(comparative of near' or close') within a shorter distance 
γραμματικές πληροφορίες
01

κλείστης, τελειωτής

a relief pitcher who is brought in to pitch the final innings, usually the ninth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
closers
Παραδείγματα
The closer struck out the last batter to win the game. 

Ο closer σκόραρε τον τελευταίο μπατσμαν για να κερδίσει το παιχνίδι.

02

κλειστής, τερματιστής

a person who closes something 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store