Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
close-minded
01
στενόμυαλος, δόγματικός
(of beliefs, views, etc.) rigidly adhering to existing beliefs, opinions, or views, refusing to consider alternatives or changes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most close-minded
συγκριτικός βαθμός
more close-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His close-minded criticism of the book ignored its deeper themes and messages.
Η κλειστόμυαλη κριτική του για το βιβλίο αγνόησε τα βαθύτερα θέματα και μηνύματά του.



























