Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
close-minded
01
στενόμυαλος, δόγματικός
(of beliefs, views, etc.) rigidly adhering to existing beliefs, opinions, or views, refusing to consider alternatives or changes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most close-minded
συγκριτικός βαθμός
more close-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His close-minded attitude prevented him from appreciating the benefits of modern technology.
Η στενόμυαλη του στάση τον εμπόδισε να εκτιμήσει τα οφέλη της σύγχρονης τεχνολογίας.



























