Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clobber
01
κατατροπώνω, συντρίβω
to decisively and thoroughly beat the opponent in a competition or fight
Transitive: to clobber an opponent
Παραδείγματα
The team clobbered their opponents in the soccer match with a 6-1 score.
Η ομάδα κατέστρεψε τους αντιπάλους της στο ποδοσφαιρικό παιχνίδι με σκορ 6-1.
02
χτυπώ, δέρνω
to hit someone or something with great force
Transitive: to clobber sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clobber
γ΄ ενικό πρόσωπο
clobbers
ενεστώτα μετοχή
clobbering
απλός αόριστος
clobbered
παθητική μετοχή
clobbered
Παραδείγματα
The boxer was clobbered by a right hook, causing him to stumble.
Ο πυγμάχος χτυπήθηκε βίαια από ένα δεξί γκάνια, κάνοντάς τον να παραπατήσει.
Clobber
01
πράγματα, υπάρχοντα
informal terms for personal possessions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clobber



























