cloakroom
cloak
kləʊk
klewk
room
rum
room

Ορισμός και σημασία του "cloakroom"στα αγγλικά

01

αποδυτήριο, γκαρνταρόμπα

a room where coats and other articles can be left temporarily 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cloakrooms
02

αποδυτήριο, αίθουσα ανάπαυσης

a private lounge off of a legislative chamber 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cloakroom

cloak

+

room

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store