clinical trial
cli
ˈklɪ
kli
ni
ni
cal
kəl
kēl
trial
traɪəl
traiel

Ορισμός και σημασία του "clinical trial"στα αγγλικά

Clinical trial
01

κλινική δοκιμή, κλινική μελέτη

a controlled scientific experiment in which the effectiveness and safety of a medical treatment is measured by testing it on people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clinical trials
Παραδείγματα
The new drug is currently undergoing a clinical trial to assess its safety and efficacy. 

Το νέο φάρμακο βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε κλινική δοκιμή για να αξιολογηθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store