Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cleanse
01
καθαρίζω, απολυμαίνω
to completely clean something, particularly the skin
Transitive: to cleanse the body or skin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cleanse
γ΄ ενικό πρόσωπο
cleanses
ενεστώτα μετοχή
cleansing
απλός αόριστος
cleansed
παθητική μετοχή
cleansed
Παραδείγματα
The spa offers a variety of treatments to cleanse and rejuvenate the skin.
Το σπα προσφέρει μια ποικιλία θεραπειών για να καθαρίσει και να αναζωογονήσει το δέρμα.
02
καθαρίζω, απαλλάσσω από αμαρτίες
to remove sin or guilt from someone
Transitive: to cleanse a person or their spirits
Παραδείγματα
The priest assured her that confession would cleanse her of her sins.
Ο ιερέας την διαβεβαίωσε ότι η εξομολόγηση θα καθαρίσει τις αμαρτίες της.
03
καθαρίζω, εκκαθαρίζω
to remove something harmful, unwanted, or immoral from a person, place, or system
Παραδείγματα
They tried to cleanse the air by planting more trees.
Προσπάθησαν να καθαρίσουν τον αέρα φυτεύοντας περισσότερα δέντρα.
Λεξικό Δέντρο
cleanser
cleansing
cleansing
cleanse
clean



























