Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clatter
01
κροτώ, παράγω κροτάλισμα
to produce a series of sharp, clinking sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clatter
γ΄ ενικό πρόσωπο
clatters
ενεστώτα μετοχή
clattering
απλός αόριστος
clattered
παθητική μετοχή
clattered
Παραδείγματα
The wind caused the loose shutters to clatter against the window.
Ο άνεμος έκανε τα χαλαρά παντζούρια να χτυπάνε στο παράθυρο.
Clatter
01
κροτάλισμα, θόρυβος
a rattling noise (often produced by rapid movement)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clatters
Λεξικό Δέντρο
clattering
clatter



























