Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clatter
01
κροτώ, παράγω κροτάλισμα
to produce a series of sharp, clinking sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clatter
γ΄ ενικό πρόσωπο
clatters
ενεστώτα μετοχή
clattering
απλός αόριστος
clattered
παθητική μετοχή
clattered
Παραδείγματα
The dishes clattered in the sink as he hurried to clean up.
Τα πιάτα κρότησαν στο νεροχύτη καθώς βιάστηκε να τα καθαρίσει.
Clatter
01
κροτάλισμα, θόρυβος
a rattling noise (often produced by rapid movement)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clatters
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clattering
clatter



























