to clatter
cla
ˈklæ
klā
tter
chatterclutterclitter

Ορισμός και σημασία του "clatter"στα αγγλικά

to clatter
01

κροτώ, παράγω κροτάλισμα

to produce a series of sharp, clinking sounds 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clatter
γ΄ ενικό πρόσωπο
clatters
ενεστώτα μετοχή
clattering
απλός αόριστος
clattered
παθητική μετοχή
clattered
Παραδείγματα
The dishes clattered in the sink as he hurried to clean up. 

Τα πιάτα κρότησαν στο νεροχύτη καθώς βιάστηκε να τα καθαρίσει.

01

κροτάλισμα, θόρυβος

a rattling noise (often produced by rapid movement) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clatters

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clattering
clatter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store