clattering
Pronunciation
/ˈkɫætɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "clattering"στα αγγλικά

01

κροτάλισμα, θόρυβος

a loud and repeated banging or rattling sound made when hard objects hit or move against each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clatterings
Παραδείγματα
The clattering wheels shook the whole cart.
Οι κροταλιστές ρόδες έτρεμαν όλο το καρότσι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store