clattering
cla
ˈklæ
klā
tte
ring
rɪng
ring
clustering

Ορισμός και σημασία του "clattering"στα αγγλικά

01

κροτάλισμα, θόρυβος

a loud and repeated banging or rattling sound made when hard objects hit or move against each other 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clatterings
Παραδείγματα
The clattering of wheels filled the quiet street. 

Ο κρότος των τροχών γέμισε την ήσυχη οδό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clattering
clatter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store