Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clattering
01
κροτάλισμα, θόρυβος
a loud and repeated banging or rattling sound made when hard objects hit or move against each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clatterings
Παραδείγματα
The clattering of wheels filled the quiet street.
Ο κρότος των τροχών γέμισε την ήσυχη οδό.
Λεξικό Δέντρο
clattering
clatter



























