Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Claret
01
κλαρέ, κόκκινο κρασί από τη Βορδό
a red wine which is dry and produced in Bordeaux or elsewhere
02
κλαρέ, σκούρο μωβ-κόκκινο χρώμα
a dark purplish-red color
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
claret
01
σκούρο μωβ-κόκκινο, χρώματος κλαρέ
having a dark purplish-red color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most claret
συγκριτικός βαθμός
more claret
διαβαθμίσιμο
to claret
01
πίνω κλαρέ
drink claret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
claret
γ΄ ενικό πρόσωπο
clarets
ενεστώτα μετοχή
clareting
απλός αόριστος
clareted
παθητική μετοχή
clareted



























