Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clamorously
01
θορυβωδώς, με θόρυβο
in a loud, noisy, and demanding way
Παραδείγματα
The crowd clamored clamorsouly, making it hard for anyone to be heard.
Το πλήθος φώναξε θορυβωδώς, κάνοντας δύσκολο για κανέναν να ακουστεί.



























