Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to affront
01
προσβάλλω, εξευτελίζω
to do or say something to purposely hurt or disrespect someone
Transitive: to affront sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
affront
γ΄ ενικό πρόσωπο
affronts
ενεστώτα μετοχή
affronting
απλός αόριστος
affronted
παθητική μετοχή
affronted
Παραδείγματα
Ignoring her at the party was a deliberate attempt to affront her.
Το να την αγνοήσεις στο πάρτι ήταν μια εσκεμμένη προσπάθεια να την προσβάλεις.
Affront
01
προσβολή, ύβρις
an action or remark intended to insult or show open disrespect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affronts
Παραδείγματα
Ignoring her invitation was seen as a personal affront.
Η αγνόηση της πρόσκλησής της θεωρήθηκε προσωπική προσβολή.



























