Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chirp
01
τερέτισμα, κέλαδημα
to utter the short sharp sound characteristic of a bird or an insect
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chirp
γ΄ ενικό πρόσωπο
chirps
ενεστώτα μετοχή
chirping
απλός αόριστος
chirped
παθητική μετοχή
chirped
Παραδείγματα
The birds chirped cheerfully in the morning as the sun rose.
Τα πουλιά κέλαηδαν χαρούμενα το πρωί καθώς ανατέλλει ο ήλιος.
02
τερλίζω, κελαηδώ
to speak or make sounds in a lively, high-pitched manner
Intransitive
Παραδείγματα
She loved to chirp excitedly about her latest adventure.
Της άρεσε να κελαηδά με ενθουσιασμό για την τελευταία της περιπέτεια.
Chirp
01
τερέτισμα, κιουί
a short sharp sound characteristic of a bird or an insect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chirps



























