to chirp
Pronunciation
/ˈtʃɝp/

Ορισμός και σημασία του "chirp"στα αγγλικά

to chirp
01

τερέτισμα, κέλαδημα

to utter the short sharp sound characteristic of a bird or an insect
Intransitive
to chirp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chirp
γ΄ ενικό πρόσωπο
chirps
ενεστώτα μετοχή
chirping
απλός αόριστος
chirped
παθητική μετοχή
chirped
Παραδείγματα
The grasshopper chirped in the warm summer air.
Ο ακρίδας τερέτισε στον ζεστό καλοκαιρινό αέρα.
02

τερλίζω, κελαηδώ

to speak or make sounds in a lively, high-pitched manner
Intransitive
Παραδείγματα
He could hear his friends chirp from across the room, discussing their plans.
Μπορούσε να ακούσει τους φίλους του να τερτίζουν από την άλλη πλευρά του δωματίου, συζητώντας τα σχέδιά τους.
01

τερέτισμα, κιουί

a short sharp sound characteristic of a bird or an insect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chirps
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store