affidavit
a
ˌæ
αι
ffi
φι
da
ˈdeɪ
ντει
vit
vɪt
βιτ

Ορισμός και σημασία του "affidavit"στα αγγλικά

01

ένορκη δήλωση, αφιδαβίτ

a written statement affirmed by oath that can be used as evidence in court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
affidavits
Παραδείγματα
She signed an affidavit, swearing under oath to tell the truth in her statement to the court. 

Υπέγραψε μια ένορκη βεβαίωση, ορκιζόμενη να πει την αλήθεια στη δήλωσή της στο δικαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store