chickenhearted
chi
ˈʧɪ
chi
cken
kɪn
kin
hear
ˌhɑ:
haa
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "chickenhearted"στα αγγλικά

chickenhearted
01

δειλός, φοβιτσιάρης

lacking courage or bravery 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chickenhearted
συγκριτικός βαθμός
more chickenhearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His chickenhearted approach to the risky venture showed his fear of failure. 

Η δειλή προσέγγισή του στην επικίνδυνη επιχείρηση έδειξε τον φόβο του για την αποτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store