chic
chic
ʃi:k
shik
reekpeakpeekteak

Ορισμός και σημασία του "chic"στα αγγλικά

01

κομψός, στυλάτος

having an appealing appearance that is stylish 
chic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chicest
συγκριτικός βαθμός
chicer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She always looks chic in her trendy outfits and minimalist accessories. 

Φαίνεται πάντα κομψή στα μοντέρνα της ντύσιμα και τα μινιμαλιστικά αξεσουάρ της.

01

κομψότητα, στυλ

the quality of being elegant by style 
chic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chics
Παραδείγματα
Her chic was evident in every outfit she wore, always looking effortlessly fashionable. 

Το στυλ της ήταν εμφανές σε κάθε ενδυμασία που φορούσε, πάντα να φαίνεται αβίαστα μοντέρνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store