Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Affection
01
αγάπη, τenderness
a feeling of fondness or liking toward someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She showed great affection for her grandparents.
Έδειξε μεγάλη αγάπη για τους παππούδες της.
Λεξικό Δέντρο
affectional
affectionate
disaffection
affection
affect



























